Παρασκευή 5 Οκτωβρίου 2012

Κυλώνειο Άγος



Με το όνομα Κυλώνειον άγος έμεινε γνωστή στην ιστορία μια σειρά από δεινοπαθήματα και θεομηνίες που έπληξαν την αρχαία Αθήνα και που αποδόθηκαν στην οργή των θεών για τη σφαγή των οπαδών του Κύλωνα που συνέβη κάτω από τις ακόλουθες συνθήκες.


Η απόπειρα του Κύλωνα

Ο Κύλων που ανήκε στην τάξη των ευγενών, είχε αναδειχθεί ολυμπιονίκης. Εκμεταλλευόμενος την δημοτικότητά που είχε αποκτήσει και έχοντας τη βοήθεια του γαμπρού του Τυράννου των Μεγάρων Θεαγένη επιχείρησε να καταλάβει την εξουσία στην Αθήνα. Είχε μάλιστα πάρει και χρησμό από το Μαντείο των Δελφών που έλεγε: «εν του Διός τη μεγίστη εορτή καταλαβείν την Αθηναίων ακρόπολιν» (Θουκ. Α' 126, 4). Θεώρησε ότι η μεγαλύτερη γιορτή του Δία ήταν τα Ολύμπια (κατά πάσα πιθανότητα όμως το Μαντείο αναφερόταν στα Διάσια). Κατά την διάρκεια της εορτής των Ολυμπίων επιτρεπόταν στους ολυμπιονίκες στην επέτειο της νίκης τους να πηγαίνουν με συγγενείς και φίλους και να κάνουν θυσίες σε διάφορα ιερά της πόλης. Εκμεταλλευόμενος τη συνήθεια αυτή αλλά και τη δυσαρέσκεια εκείνη των Αθηναίων, μαζί με τον αδελφό του και τους οπαδούς του κατέλαβε την Ακρόπολη το 632 π.Χ., (κατ΄ άλλους το 628 π.Χ.). Δεν επέτυχε όμως την ολοκλήρωση του σκοπού του γιατί ο τότε επώνυμος άρχων της Αθήνας ο Μεγακλής, που ανήκε στην ισχυρή οικογένεια των Αλκμαιωνιδών, αντέδρασε δραστήρια και πολιορκώντας την Ακρόπολη ανάγκασε τον μεν Κύλωνα και τον αδελφό του να διαφύγουν στα Μέγαρα, τους δε οπαδούς του να καταφύγουν ικέτες στον βωμό της Πολιάδος Αθηνάς. Τότε όσοι κατέφευγαν στους βωμούς θεωρούνταν προστατευόμενοι των θεών και συνεπώς ήταν απαραβίαστοι.
Οι οπαδοί όμως του Μεγακλή, ενώ τους υποσχέθηκαν πως αν βγουν από το ιερό δεν θα τους πείραζαν, παραβαίνοντας το πανελλήνιο εκείνο ιερό έθιμο, τους φόνευσαν προ του ιερού των Ευμενίδων, τη στιγμή που κατέρχονταν από την Ακρόπολη κρατώντας κατά την παράδοση ταινίες των οποίων η άλλη άκρη ήταν δεμένη στο βωμό, αφού προηγουμένως έκοψαν αυτές τις ταινίες (έτσι, θεώρησαν ότι δεν τυγχάνουν πλέον της θείας προστασίας).

Συνέπειες

Το έγκλημα αυτό των ικετών προκάλεσε τη φρίκη των Αθηναίων και τη γενική κατακραυγή και εκτός της Αθήνας, και οι δε Αλκμαιονίδες θεωρήθηκαν "εναγείς", ενώ αντίθετα οι συμπάθειες στράφηκαν προς τον Κύλωνα. Του γεγονότος αυτού επακολούθησε σειρά στάσεων και ταραχών μέχρι το 597 π.Χ. που ανέλαβε ο Σόλων να συμβιβάσει τα αντιμαχόμενα μέρη παρακαλώντας τους "εναγείς" να υποβληθούν οικειοθελώς στην κρίση τριακοσιομελούς δικαστηρίου που θα αποφασίσει σχετικά. Οι Αλκμαιονίδες προ αυτής της κατακραυγής δέχτηκαν και το δικαστήριο εκείνο με κατήγορο τον Μύρωνα τον Φλυέα τους καταδίκασε σε εξορία. Αποφάσισε μάλιστα να εκταφούν όσοι εν τω μεταξύ είχαν πεθάνει και να θαφτούν έξω από την πόλη.

Αν και εκτελέστηκε η απόφαση εκείνη το άγος εξακολουθούσε να υφίσταται και φοβερή ασθένεια, λοιμός έπληξε την Αθήνα, με πολλούς θανάτους, τον οποίο οι πολίτες θεώρησαν ως θεία δίκη για το έγκλημα. Τότε λέγεται πως πάνω από την πόλη εμφανίσθηκαν να πλανώνται ψυχές νεκρών (φαντάσματα) και ένας δεισιδαίμονας φόβος κατέλαβε τους Αθηναίους. Την ίδια περίοδο ο Κύλωνας ξεσήκωσε τους Μεγαρείς εναντίον των Αθηναίων και κατάφεραν να καταλάβουν την Σαλαμίνα προκαλώντας καταστροφές και στην υπόλοιπη Αττική. Μετά απ΄ αυτά ρωτήθηκε το Μαντείο των Δελφών το οποίο και έδωσε εντολή να γίνει πλήρης καθαρμός υπό τις οδηγίες του τότε φιλόσοφου αλλά και ιερέα Επιμενίδη που έμενε όμως στη Φαιστό στη Κρήτη. Τότε στάλθηκε στην Κρήτη εσπευσμένα ο Αθηναίος Νικίας ο Νικηράτου, με ιερό πλοίο, πιθανώς τη Πάραλο ο οποίος προσκάλεσε τον Επιμενίδη στην Αθήνα πράγμα που δέχθηκε και τον ακολούθησε. Σημειώνεται πως μόλις ο Επιμενίδης έφθασε στο λιμένα Μουνιχίας, και αντίκρισε τον λόφο της Μουνιχίας προφήτεψε τον πραγματικό κίνδυνο της Αθήνας.

Ο Επιμενίδης φθάνοντας στην αρχαία Αθήνα και βλέποντας τον χώρο έδωσε αμέσως εντολή να συγκεντρώσουν πάνω στον Άρειο Πάγο μαύρα και λευκά πρόβατα τα οποία στη συνέχεια άφησαν ελεύθερα διατάζοντας να τα παρακολουθούν και όπου σταματήσει καθένα εξ αυτών εκεί να ιδρύεται (στήνεται) βωμός και να θυσιάζεται. Μετά την εκτέλεση των οδηγιών αυτών του Επιμενίδη οι θεοί μαλάκωσαν και το άγος εξέλιπε. Οι Αθηναίοι τίμησαν ιδιαίτερα τον Επιμενίδη προσφέροντάς του μεγάλες αμοιβές και δώρα πλην όμως εκείνος αρκέσθηκε μόνο σε ένα κλώνο ελαίας.

Εκφράσεις

Σήμερα χρησιμοποιείται η έκφραση "Κυλώνειο άγος" για κάθε πράξη που μπορεί να επισύρει ντροπή σε πόλη ή κράτος.

Πηγές

    Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν Ηλίου τ.1ος, σ.334
    Ιστορία των Ελλήνων, εκδόσεις Δομή.
    Εγκυκλοπαίδεια Χάρη Πάτση: λήμμα Κύλωνας.

Κορινθιακός Πόλεμος



Ο Κορινθιακός Πόλεμος ήταν αρχαία ελληνική πολεμική σύγκρουση, η οποία διήρκεσε από το 395 μέχρι το 387 π.Χ, με αντίπαλους την Αρχαία Σπάρτη και τους σύμμαχους της από τη μια πλευρά, και την Αθήνα, το Άργος, την Κόρινθο, τη Θήβα και την Περσία από την άλλη. Η άμεση αιτία του πολέμου ήταν μια τοπική σύγκρουση μεταξύ της Σπάρτης και της Θήβας στην Στερεά Ελλάδα. Άλλη αιτία του πολέμου ήταν η εχθρότητα που υπήρχε απέναντι στη Σπάρτη, η οποία προκλήθηκε «μετά την επέκταση της ηγεμονίας της στη Μικρά Ασία, στην Κεντρική και Βόρεια Ελλάδα ακόμα και στη... Δύση».[1]

Ο πόλεμος διεξήχθη σε δύο μέτωπα, στην Κόρινθο και στη Θήβα (χερσαίο μέτωπο) και στο Αιγαίο Πέλαγος (θαλάσσιο μέτωπο). Στο χερσαίο μέτωπο, οι Σπαρτιάτες είχαν αρκετές επιτυχίες, αλλά δεν κατάφεραν να εκμεταλλευτούν το πλεονέκτημα που απέκτησαν. Στη θάλασσα, οι Σπαρτιάτες ηττήθηκαν από τον περσικό στόλο στις αρχές του πολέμου, και με αυτό το γεγονός έληξαν οι προσπάθειες της Σπάρτης για υπεροχή στη θάλασσα. Εκμεταλλευόμενη αυτό το γεγονός, η Αθήνα διεξήγαγε αρκετές θαλάσσιες εκστρατείες μετά το τέλος του πολέμου και επεξέτεινε την ηγεμονία της. Οι πόλεις, τις οποίες κατέλαβαν οι Αθηναίοι, έγιναν μέλη της Δηλιακής Συμμαχίας.

Τρομαγμένη από τις επιτυχίες της Αθήνας, η Περσία διέλυσε τη συμμαχία μαζί της και συμμάχησε με την Σπάρτη. Αυτό το γεγονός ανάγκασε τις συγκρουόμενες πλευρές να υπογράψουν συμφωνία ειρήνης. Η Ανταλκίδειος ειρήνη (γνωστή και ως Βασίλειος ειρήνη) υπογράφτηκε το 387 π.Χ και είχε ως αποτέλεσμα τη λήξη του πολέμου. Η Ιωνία θα βρισκόταν υπό την κυριαρχία των Περσών, ενώ οι υπόλοιπες ελληνικές πόλεις ανακηρύχθηκαν ανεξάρτητες. Η συμφωνία ειρήνης έδειξε την ικανότητα της Περσίας να παρεμβαίνει με επιτυχία στην ελληνική πολιτική και επιβεβαίωσε την ηγεμονία της Σπάρτης στο ελληνικό πολιτικό σύστημα.[2]

Πριν τον πόλεμο

Μετά τον Πελοποννησιακό Πόλεμο, ο οποίος έληξε το 404 π.Χ, σύμμαχοι της Σπάρτης έγιναν οι περιοχές της ηπειρωτικής Ελλάδας καθώς και η Περσική Αυτοκρατορία και, στα χρόνια που ακολούθησαν τον Πελοποννησιακό Πόλεμο, αρκετά νησιά του Αιγαίου Πέλαγους υποτάχθηκαν στη Σπάρτη. Παρά τη νίκη της στον πόλεμο, η Σπάρτη απέκτησε μόνο κατεστραμμένες περιοχές καθώς και τους φόρους προς τη Δηλιακή Συμμαχία.[3] Η συμμαχία άρχισε να καταρρέει όταν, το 402 π.Χ, η Σπάρτη επιτέθηκε στην Ήλιδα, μέλος της Πελοποννησιακής (αλλιώς Σπαρτιατικής) Συμμαχίας, η οποία δημιουργήθηκε από την Σπάρτη κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού Πολέμου. Τότε η Κόρινθος και η Θήβα αρνήθηκαν να βοηθήσουν τη Σπάρτη να καταλάβει την Ήλιδα.[4]

Στη συνέχεια, η Θήβα, η Κόρινθος και η Αθήνα αρνήθηκαν να βοηθήσουν τη Σπάρτη στην κατά των Περσών εκστρατεία της στην Ιωνία το 398 π.Χ, με τους Θηβαίους να φτάνουν στο σημείο να διαταράξουν μια θυσία του βασιλιά Αγησίλαου Β', πριν την αναχώρησή του.[5] Παρά την απουσία των συμμάχων της, η Σπάρτη νίκησε τους Πέρσες στη Λυδία και έφτασε μέχρι τις Σάρδεις. Ο σατράπης Τισσαφέρνης εκτελέστηκε για τις ήττες στις μάχες κατά του Αγησίλαου και ο διάδοχος του, Τιθραύστης, δωροδόκησε τους Σπαρτιάτες για να κινηθούν προς τα νότια, στη σατραπεία του Φαρνάβαζου. Ο Αγησίλαος έτσι και έπραξε, αλλά ταυτόχρονα ετοίμαζε τον στόλο του.[6]

Ανίκανος να νικήσει τον στρατό του Αγησίλαου, ο Φαρνάβαζος αποφάσισε πώς ο μόνος τρόπος για να νικήσει τον Αγησίλαο ήταν να προκαλέσει αναταραχές στην ηπειρωτική Ελλάδα. Ζήτησε από τον Τιμοκράτη τον Ρόδιο να δωροδοκήσει άλλες πόλεις και να τις πείσει να αρχίσουν πόλεμο κατά της Σπάρτης, έτσι ώστε να αναγκάσει τον Αγησίλαο να επιστρέψει στη Σπάρτη.[7] Ο Τιμοκράτης επισκέφθηκε την Αθήνα, τη Θήβα, την Κόρινθο και το Άργος και έπεισε τους τοπικούς άρχοντες να δημιουργήσουν αντι-σπαρτιατική συμμαχία.[8]

 Αρχικά γεγονότα (395 π.Χ)
Αρχικές συγκρούσεις

Ο Ξενοφών ισχυρίζεται ότι, απρόθυμοι να αντιμετωπίσουν άμεσα τους Σπαρτιάτες, οι Θηβαίοι έπεισαν του Οπούντιους Λοκρούς να συλλέξουν φόρους από μια περιοχή που διεκδικούσαν μαζί με τη Φωκίδα, ώστε να προκαλέσουν την αντίδραση των Φωκέων. Ως απάντηση, οι Φωκαείς εισέβαλλαν στη Λοκρίδα και κατέλαβαν τα εδάφη της. Οι Λοκροί ζήτησαν τη βοήθεια της Θήβας, η οποία εισέβαλλε στη Φωκίδα. Η τελευταία ζήτησε βοήθεια από την Σπάρτη, η οποία διέταξε γενική κινητοποίηση, [9] ενώ οι Θηβαίοι έστειλαν πρεσβεία στους Αθηναίους, ζητώντας βοήθεια, αίτημα που έγινε δεκτό. Έτσι συστάθηκε συμμαχία μεταξύ Αθηναίων και Βοιωτών.[10]

Οι Σπαρτιάτες σχεδίαζαν να επιτεθούν στην Αλίαρτο, με 2 στρατούς, έναν υπό την ηγεσία του Λύσανδρου και έναν υπό την ηγεσία του Παυσανία.[11] Ο Λύσανδρος, ο οποίος έφθασε νωρίτερα από τον Παυσανία, κατέλαβε τον Ορχομενό, και κατευθύνθηκε στην Αλίαρτο. Εκεί, στη μάχη της Αλιάρτου σκοτώθηκε, αφού μαζί με το άλογό του έφθασε ως τα τείχη της πόλης. Στην ίδια μάχη, αρχικά οι Σπαρτιάτες ηττήθηκαν, αλλά αργότερα νίκησαν ένα τμήμα στρατού των Θηβαίων. Ο Παυσανίας, ο οποίος έφθασε την επόμενη της μάχης, συνέλεξε τους νεκρούς και γύρισε στη Σπάρτη. Εκεί καταδικάστηκε σε θάνατο, γιατί δεν πρόλαβε να βοηθήσει εγκαίρως τον Λύσανδρο. Όμως πρόλαβε να διαφύγει στην Τεγέα, πριν εκτελεστεί η ποινή του.[12]
Η επέκταση της συμμαχίας κατά της Σπάρτης

Μετά από αυτές τις συγκρούσεις, οι Σπαρτιάτες και οι αντίπαλοί τους άρχισαν την προετοιμασία για τις αναμενόμενες σκληρές μάχες. Στα τέλη του 395 π.Χ, η Κόρινθος και το Άργος αποφάσισαν να λάβουν μέρος στον πόλεμο ως σύμμαχοι των Αθηνών και των Θηβαίων. Οι σύμμαχοι συγκεντρώθηκαν στην Κόρινθο, και αργότερα έστειλαν απεσταλμένους σε άλλες πόλεις-κράτη, ζητώντας από αυτές την υποστήριξή τους.[13]

Ανήσυχοι από αυτές τις εξελίξεις, οι Σπαρτιάτες ετοίμαζαν να στείλουν τον στρατό τους στις περιοχές των νέων συμμάχων της Αθήνας, και διέταξαν τον Αγησίλαο να γυρίσει πίσω στην Ελλάδα. Ο Αγησίλαος, παρά τη θέλησή του να επεκταθεί στην Ασία, αποφάσισε να επιστρέψει και πέρασε μαζί με τον στρατό του από τον Ελλήσποντο και συνέχισε την πορεία του στα δυτικά, στη Θράκη.[14]
Ο πόλεμος στην ξηρά και στη θάλασσα (394 π.Χ)

Νεμέας

Μετά τη νίκη της Θήβας κατά της Φωκίδας, οι σύμμαχοι της Αθήνας μετέφεραν μεγάλο μέρος του στρατού τους στην Κόρινθο. Μια μεγάλη ομάδα στρατού στάλθηκε από την Σπάρτη για να σταματήσει τον αντίπαλο στρατό. Οι δύο πλευρές συναντήθηκαν στον ποταμό Νεμέα, στην Κόρινθο. Μετά απο σκληρή μάχη, οι Σπαρτιάτες βγήκαν νικητές. Στη μάχη σκοτώθηκαν 2.800 στρατιώτες των συμμάχων ενώ οι Σπαρτιάτες έχασαν 1.100 άνδρες.[15]


Κνίδος

Η επόμενη σημαντική σύγκρουση του πολέμου διεξήχθη στη θάλασσα, με αντίπαλους τους Πέρσες και τους Σπαρτιάτες. Αφού έλαβε και πλοία από νησιά του Αιγαίου, ο Αγησίλαος είχε στη διάθεση του 120 τριήρεις, υπό τον γαμπρό του, Πείσανδρο, ο οποίος πρώτη φορά αναλάμβανε τέτοιου είδους διοίκηση.[16] Οι Πέρσες είχαν τη στήριξη του στόλου των Φοίνικων, της Κιλικίας και της Κύπρου, υπό την ηγεσία του Αθηναίου ναύαρχου Κόνωνα, ο οποίος είχε καταλάβει τη Ρόδο το 396 π.Χ. Οι δύο στόλοι συναντήθηκαν στην Κνίδο. Η ναυμαχία είχε ως αποτέλεσμα τη νίκη των Περσών και την κατάληψη της Ιωνίας. Παρά τις προσπάθειές τους, οι Πέρσες δεν κατάφεραν να καταλάβουν την Άβυδο και την Σηστό.[17]

 Κορώνεια

Παράλληλα, ο στρατός του Αγησίλαου, μετά την απόκρουση της επίθεσης από τους Θεσσαλούς, έφθασε στη Βοιωτία, όπου συνάντησε τον στρατό των αντιπάλων του. Ο στρατός του Αγησίλαου που ερχόταν από την Ασία αποτελείτο κυρίως από είλωτες και από τον στρατό των Μυρίων. Οι δύο στρατοί συναντήθηκαν στην Κορώνεια, η οποία ήταν στην κατοχή της Θήβας. Παρά την αντίσταση των Θηβαίων, οι σύμμαχοί τους ηττήθηκαν από τους Σπαρτιάτες και η μάχη έληξε με νικητές τους τελευταίους.[18] Μετά τη νίκη στην Κορώνεια, ο Αγησίλαος επέστρεψε στη Σπάρτη.

 Γεγονότα από το 393 π.Χ μέχρι το 388 π.Χ

Μετά το 394 π.Χ, οι Σπαρτιάτες είχαν την υπεροχή στο χερσαίο μέτωπο αλλά ηττήθηκαν στο θαλάσσιο. Οι σύμμαχοι της Αθήνας είχαν δεχτεί πολλές ήττες στο χερσαίο μέτωπο, αλλά οι Σπαρτιάτες δεν κατάφεραν να επεκταθούν μέχρι την κεντρική Ελλάδα. Τα επόμενα χρόνια, οι Σπαρτιάτες προσπάθησαν να καταλάβουν την Κόρινθο ή το Άργος - παράλληλα οι σύμμαχοι της Αθήνας ενώθηκαν και συνέχισαν τον πόλεμο κατά της Σπάρτης, ενώ η Αθήνα και η Θήβα είχαν ανακαταλάβει κάποια εδάφη τους από τη Σπάρτη.
Περσική βοήθεια, ανοικοδόμηση της Αθήνας και εμφύλιος πόλεμος στην Κόρινθο

Το 393 π.Χ, ο Κόνων και ο Φαρνάβαζος έπλευσαν στην ηπειρωτική Ελλάδα, όπου επέδραμαν στην ακτή της Λακωνίας και κατέλαβαν τα Κύθηρα, όπου άφησαν στρατιωτικό τμήμα με Αθηναίο διοικητή. Στη συνέχεια, έπλευσαν στην Κόρινθο, όπου έπεισαν τα άλλα μέλη της Συμμαχίας πως ο Πέρσης βασιλιάς ήταν αξιόπιστος σύμμαχος. Τότε, ο Φαρνάβαζος έστειλε τον Κόνωνα στην Αττική με μεγάλος μέρος του περσικού στόλου, για να βοηθήσει τους Αθηναίους στην ανοικοδόμηση των Μακρών Τειχών. Χάρη στη βοήθεια των Περσών, η ανοικοδόμηση των Μακρών Τειχών τελείωσε γρήγορα.[19] Η Αθήνα εκμεταλλεύτηκε το πλεονέκτημα, και κατέλαβε την Σκύρο, την Ίμβρο και τη Λήμνο, όπου επέβαλε καθεστώς κληρουχίας.[20]

Την ίδια ώρα, στην Κόρινθο διεξαγόταν εμφύλιος μεταξύ του δημοκρατικού και του ολιγαρχικού κόμματος. Οι δημοκρατικοί, οι οποίοι έλαβαν στήριξη από το Άργος, επιτέθηκαν στους αντιπάλους τους και τους έδιωξαν από την πόλη. Οι ολιγαρχικοί ζήτησαν την προστασία των Σπαρτιατών, ενώ οι Αθηναίοι και οι Βοιωτοί συμμάχησαν με τους δημοκρατικούς. Σε μια νυχτερινή επίθεση, οι Σπαρτιάτες και οι ολιγαρχικοί κατέλαβαν το Λέχαιο, το λιμάνι της πόλης στον Κορινθιακό Κόλπο. Την επόμενη, οι Αθηναίοι προσπάθησαν να ανακαταλάβουν το Λέχαιο, αλλά αναχαιτίστηκαν και αναγκάστηκαν να τραπούν σε φυγή.[21]

Η διάσκεψη ειρήνης και η άρνηση της Αθήνας

Το 392 π.Χ, οι Σπαρτιάτες έστειλαν τον Ανταλκίδα στον σατράπη Τιρίβαζο, με την ελπίδα ότι οι Πέρσες θα σταματήσουν την ανοικοδόμηση της Αθήνας και θα σταματούσαν να επεμβαίνουν στα εσωτερικά των Ελλήνων. Οι Αθηναίοι, όταν έμαθαν για την αποστολή του Ανταλκίδα στην Περσία, έστειλαν τον Κόνωνα μαζί με άλλους στρατιωτικούς για να παρουσιάσουν τις προτάσεις των Αθηναίων στους Πέρσες, κάτι που έπραξαν και οι σύμμαχοί τους. Στη διάσκεψη, οι Σπαρτιάτες πρότειναν ειρήνη με τον όρο να γίνουν όλες οι πόλεις-κράτη ανεξάρτητες. Αυτό όμως δεν έγινε αποδεκτό από τους συμμάχους της Αθήνας καθώς οι Αθηναίοι ήθελαν τον έλεγχο του Αιγαίου, οι Θηβαίοι ήθελαν να ηγεμονεύουν στη Βοιωτία, ενώ το Άργος ήθελε να ενωθεί με την Κόρινθο και να αναλάβει τη διοίκηση της πόλης. Η προσπάθεια για ειρήνη απέτυχε. Ο Κόνων συνελήφθη και ο Τιρίβαζος με μυστικό τρόπο εφοδίαζε τους Σπαρτιάτες.[22] Τελικά ο Κόνων κατάφερε να δραπετεύσει, αλλά πέθανε λίγες μέρες αργότερα.[20] Τον ίδιο χρόνο, διεξήχθη ακόμα μια διάσκεψη στη Σπάρτη, αλλά οι όροι των Σπαρτιατών δεν έγιναν δεκτοί από τους Αθηναίους.[23]

Μετά την αποτυχημένη διάσκεψη στην Περσία, ο Τιρίβαζος επέστρεψε στα Σούσα, και ο στρατηγός Στρούθας ανέλαβε τη διοίκηση. Ο Στρούθας άσκησε αντισπαρτιατική πολιτική και ανάγκασε τον αρχηγό τους, Θίβρωνα, να του επιτεθεί. Παρά την αρχική του επιτυχία, ο Θίβρων και αρκετοί στρατιώτες του σκοτώθηκαν αργότερα από τους στρατιώτες του Στρούθα.[24] Τη διοίκηση των Σπαρτιατών στην Ασία ανέλαβε ο Διφρίδας, ο οποίος σημείωσε αρκετές επιτυχίες και αιχμαλώτισε τον γαμπρό του Στρούθα. Αλλά, αυτά δεν είχαν σημαντική επιρροή στο αποτέλεσμα του πολέμου.[25]


Το Λέχαιο και η κατάληψη της Κορίνθου

Στην Κόρινθο, οι δημοκρατικοί συνέχιζαν να ελέγχουν την πόλη, όταν οι ολιγαρχικοί και οι Σπαρτιάτες κατέλαβαν το Λέχαιο, και από εκεί επιτέθηκαν στην ύπαιθρο της Κορίνθου. Το 391 π.Χ, ο Αγησίλαος επιτέθηκε στην πόλη. Η επίθεση του τελείωσε επιτυχώς, αφού κατέλαβε αρκετές αμυντικές θέσεις των αντιπάλων, καθώς επίσης αιχμαλώτισε αρκετούς στρατιώτες και ψαράδες. Όσο ο Αγησίλαος μαζί με τον στρατό του βρισκόταν στο στρατόπεδο, ο Αθηναίος στρατηγός Ιφικράτης, μαζί με ένα σώμα πελταστών, κατευθύνθηκε στο Λέχαιο, όπου σε μια μάχη νίκησε τους Σπαρτιάτες. Κατά τη διάρκεια της μάχης, ο Ιφικράτης μαζί με τους πελταστές του αποδεκάτισε τη σπαρτιατική φάλαγγα και ανάγκασε τους Σπαρτιάτες που απέμειναν να υποχωρήσουν. Μετά τη μάχη, ο Αγησίλαος επέστρεψε στη Σπάρτη, ενώ ο Ιφικράτης συνέχισε την επίθεση κατά των θέσεων των Σπαρτιατών στην Κόρινθο και ανακατέλαβε τις περιοχές, τις οποίες εκείνοι είχαν καταλάβει.[26] Επιτέθηκε επίσης στον Φλειούντα τον οποίο κατέλαβε και δήωσε την Αρκαδία της οποίας οι κάτοικοι αρνήθηκαν να συμμαχήσουν μαζί του.[27]

Μετά από αυτή τη νίκη, στρατός από το Άργος ήρθε στην Κόρινθο και κατέλαβε την ακρόπολή της, κάτι που είχε ως αποτέλεσμα την πολιτική ένωση των δύο πόλεων.[28][26]

 Μετέπειτα εκστρατείες στο χερσαίο μέτωπο

Μετά τις νίκες του Ιφικράτη στην Κόρινθο, δεν διεξήχθησαν σημαντικές μάχες στην περιοχή. Οι μάχες μεταφέρθηκαν στην υπόλοιπη Πελοπόννησο. Ο Αγησίλαος έκανε επιτυχείς επιδρομές σε περιοχές του Άργους, το 391 π.Χ, και διεξήγαγε δύο σημαντικές εκστρατείες πριν το τέλος του πολέμου.[29] Στην πρώτη εκστρατεία, το 389 π.Χ, οι Σπαρτιάτες πέρασαν τον Κορινθιακό Κόλπο για να επιτεθούν στους Ακαρνάνες, συμμάχους της Αθήνας. Παρά τις αρχικές δυσκολίες, οι Σπαρτιάτες κατάφεραν να νικήσουν τους Ακαρνάνες, οι οποίοι σε μια μάχη έχασαν το μεγαλύτερο μέρος των δυνάμεών τους.[30] Τον επόμενο χρόνο, οι Ακαρνάνες υπέγραψαν συμφωνία ειρήνης με τους Σπαρτιάτες, για να αποφύγουν μελλοντικές επιθέσεις.[31]

Το 388 π.Χ, ο Αγησίπολις Α΄ επιτέθηκε στο Άργος. Αφού δεν συνάντησε αντίσταση, κατέλαβε την περιοχή, αλλά αργότερα αναγκάστηκε να επιστρέψει στη Σπάρτη.[32]

Πόλεμος στο Αιγαίο

Μετά την ήττα στην Κνίδο, οι Σπαρτιάτες άρχισαν την επανασύσταση του στόλου τους και, σε μια σύγκρουση με τον κορινθιακό στόλο, νίκησαν και πήραν υπό την κατοχή τους τον Κόλπο της Κορίνθου, το 392 π.Χ.[33] Μετά την αποτυχία της ειρηνευτικής προσπάθειας του 392 π.Χ., οι Σπαρτιάτες έστειλαν ένα μικρό σώμα στρατού υπό την ηγεσία του ναύαρχου Εκδίκου στο Αιγαίο με διαταγή να βοηθήσει τους ολιγαρχικούς, οι οποίοι εξορίστηκαν από τη Ρόδο. Ο Έκδικος έφθασε στη Ρόδο, όπου είδε πώς οι δημοκρατικοί διέθεταν μεγαλύτερο στόλο από τον δικό του. Τότε οι Σπαρτιάτες έφεραν ως ενισχύσεις στόλο από τον Κορινθιακό Κόλπο, υπό την ηγεσία του Τελευτία. Αφού παρέλαβε κι άλλο στόλο στη Σάμο, ο Τελευτίας ανέλαβε τη διοίκηση στην Κνίδο και άρχισε τις επιθέσεις κατά της Ρόδου.[34]

Τρομαγμένοι από τις επιτυχίες των Σπαρτιατών στο θαλάσσιο μέτωπο, οι Αθηναίοι έστειλαν ένα στόλο από 40 τριήρεις, υπό την ηγεσία του Θρασύβουλου. Εκείνος, κρίνοντας ότι θα κέρδιζε περισσότερα αν αντιμετώπιζε τον σπαρτιατικό στόλο εκεί όπου δεν θα είχε πλεονέκτημα, έπλευσε στον Ελλήσποντο. Εκεί, νίκησε σε πολλές μάχες και κατέλαβε αρκετά σημαντικές, για την Αθήνα, περιοχές, συμπεριλαμβανομένου και του Βυζαντίου. Αργότερα, κατευθύνθηκε στη Λέσβο, όπου χάρη στη βοήθεια του στρατού της Μυτιλήνης, νίκησε τον σπαρτιατικό στρατό και κατέλαβε αρκετές πόλεις. Αλλά ο Θρασύβουλος πέθανε, καθώς βρισκόταν στη Λέσβο.[35]

Μετά από αυτό, οι Σπαρτιάτες έστειλαν νέο διοικητή, τον Αναξίβιο, στην Άβυδο. Αρχικά, είχε νικήσει τον Φαρνάβαζο σε αρκετές και κατέστρεψε ένα μεγάλο αριθμό εμπορικών πλοίων. Μετά από αυτές τις ήττες, οι Αθηναίοι έστειλαν τον Ιφικράτη στην περιοχή, για να αντιμετωπίσει τον Αναξίβιο. Για αρκετό διάστημα, οι δύο στρατοί επιτίθονταν σε περιοχές που κατείχε ο αντίπαλος, αλλά σε κάποια στιγμή ο Ιφικράτης μάντεψε την πορεία του Αναξίβιου, και του έστησε ενέδρα. Καθώς ο Αναξίβιος και οι άνδρες του περνούσαν το βουνό, όπου ο Ιφικράτης έστησε την ενέδρα του, δέχθηκαν επίθεση από τους Αθηναίους και κατατροπώθηκαν. Στη μάχη σκοτώθηκαν πολλοί Σπαρτιάτες, συμπεριλαμβανομένου και του Αναξίβιου.[36]

 Αίγινα και Πειραιάς

Το 389 π.Χ, οι Αθηναίοι επιτέθηκαν κατά της Αίγινας. Οι Σπαρτιάτες κατατρόπωσαν τον αθηναϊκό στόλο, ωστόσο το αθηναϊκό πεζικό συνέχισε την επιχείρηση. Οι Σπαρτιάτες έπλευσαν στα ανατολικά της Ρόδου, αλλά κατατροπώθηκαν στην Άβυδο από τους Αθηναίους διοικητές της περιοχής. Παράλληλα, οι Αθηναίοι βρέθηκαν περικυκλωμένοι και εγκατέλειψαν την Αίγινα, λίγους μήνες αργότερα.[37]

Μετά τη νίκη τους στην Αίγινα, οι Σπαρτιάτες, με αρχηγό τον Γοργώπα, επιτέθηκαν στον αθηναϊκό στόλο και κατέστρεψαν αρκετά πλοία. Οι Αθηναίοι απάντησαν με αρχηγό τον Χαβρία. Στον δρόμο του για την Κύπρο, ο Χαβρίας σταμάτησε στην Αίγινα, έστησε ενέδρα στους Σπαρτιάτες και τους κατατρόπωσε. Στη μάχη σκοτώθηκε και ο ίδιος ο Γοργώπας.[38]

Μετά από αυτή την ήττα, διοικητής του σπαρτιατικού στόλου στην Αίγινα έγινε ο Τελευτίας. Αντιλαμβανόμενος το γεγονός ότι οι Αθηναίοι χαλάρωσαν τις αμυντικές τους γραμμές μετά τις νίκες του Χαβρία, επιτέθηκε με τον στόλο του στον Πειραιά και κατέστρεψε αρκετά πλοία.[39]

Ανταλκίδειος Ειρήνη (387 π.Χ)

Εν τω μεταξύ, ο Ανταλκίδας διεξήγαγε διαπραγματεύσεις με τον Τιρίβαζο, και κατέληξαν σε συμφωνία, όπου σύμφωνα με αυτή, οι Πέρσες έπρεπε να πάρουν το μέρος των Σπαρτιατών σε περίπτωση που οι Αθηναίοι και οι σύμμαχοι τους αρνηθούν να υπογράψουν ειρήνη. Φαίνεται πώς οι Πέρσες δεν ήταν ευχαριστημένοι με τις ενέργειες της Αθήνας, συμπεριλαμβανομένης της υποστήριξης προς τον βασιλιά της Κύπρου, Ευαγόρα, και στον Άκορη της Αιγύπτου, οι οποίοι βρισκόταν σε πόλεμο με την Περσία. Λαμβάνοντας υπόψη αυτούς τους παράγοντες, η Περσία αποφάσισε πώς δεν ήταν ωφέλιμο να βοηθά την Αθήνα και πήρε το μέρος της Σπάρτης.[40] Μετά την ήττα στην Άβυδο, ο Ανταλκίδας επιτέθηκε και κατέστρεψε μερικά σώματα στρατού των Αθηναίων, και ένωσε τον στόλο του με στόλο από τις Συρακούσες. Αυτό το ναυτικό σώμα, το οποίο έλαβε και τη στήριξη των σατραπών της Περσίας, έφτασε στον Ελλήσποντο και έκλεισε όλους τους δρόμους προς την Αθήνα. Οι Αθηναίοι, οι οποίοι είχαν ηττηθεί με παρόμοιο τρόπο στον Πελοποννησιακό Πόλεμο, αποφάσισαν να συνάψουν συμφωνία ειρήνης.[41]

Το 387 π.Χ, ο Τιρίβαζος συγκάλεσε σύσκεψη για συμφωνία ειρήνης, με όλες τις μαχόμενες πλευρές για να συζητήσουν τους όρους. Ο βασικός όρος της συνθήκης αποφασίστηκε από τον βασιλιά της Περσίας, Αρταξέρξη:

    Ο βασιλιάς Αρταξέρξης θεωρεί πώς όλες οι πόλεις της Ασίας πρέπει να του ανήκουν, συμπεριλαμβανομένου της Κύπρου και των Κλαζομενών, και ότι όλες οι πόλεις της Ελλάδας, μικρές και μεγάλες, πρέπει να γίνουν ανεξάρτητες, εκτός της Λήμνου, της Ίμβρου και της Σκύρου - τις οποίες θα ελέγχε η Αθήνα. Όποια από τις δύο πλευρές (Αθήνα και Σπάρτη) δεν δεχθεί τη συμφωνία, θα αρχίσω πόλεμο εναντίον της.[42]

Σε μια γενική σύσκεψη στη Σπάρτη, οι Σπαρτιάτες, φοβούμενοι την απειλή της περσικής επίθεσης, εξασφάλισαν τη συναίνεση όλων των μεγάλων πόλεων της Ελλάδας, οι οποίες συμφώνησαν με τους όρους της ειρήνης. Η συμφωνία ειρήνης έγινε παντού γνωστή με το όνομα «Βασίλειος ειρήνη», λόγω της μεγάλης επιρροής του βασιλιά της Περσίας. Υπό την απειλή της σπαρτιατικής επίθεσης, η Θήβα σταμάτησε τον πόλεμο, όπως το Άργος και η Κόρινθος. Η Κόρινθος, αφού στερήθηκε τον ισχυρό της σύμμαχο, αναγκάστηκε να ξαναγίνει μέλος της Σπαρτιατικής Συμμαχίας. Μετά από 8 χρόνια μαχών, ο Κορινθιακός Πόλεμος είχε λήξει.[43]
Μετά τον πόλεμο

Στα χρόνια που ακολούθησαν μετά την υπογραφή της ειρήνης, η Σπάρτη και η Περσία εκμεταλλεύτηκαν τα κέρδη που απέκτησαν χάρη στη συμφωνία αυτή. Η Περσία εκμεταλλεύτηκε το γεγονός ότι και η Αθήνα και η Σπάρτη δεν είχαν δικαίωμα να επιτεθούν στην Ασία, και κατέλαβε, το 380 π.Χ, την Αίγυπτο και την Κύπρο. Η Σπάρτη, παράλληλα, εκμεταλλεύτηκε τη δυνατότητα, την οποία έλαβε ως προστάτιδα της ειρήνης, να καταστρέφει όποιες συμμαχίες έβρισκε απειλητικές για την κατάρρευση της συμφωνίας. Με τον Αγησίλαο στην ηγεσία της πόλης, οι Σπαρτιάτες επεκτάθηκαν από την Πελοπόννησο μέχρι τη Χαλκιδική. Αυτή η κυριαρχία της Σπάρτης θα διαρκέσει για 16 χρόνια, μέχρι να ηττηθεί στη Μάχη των Λεύκτρων.[44]

Ο πόλεμος είχε σημαντική επιρροή της ανοικοδόμησης της Αθήνας ως ελληνική δύναμη. Στα μέσα του 4ου αιώνα, οι Αθηναίοι δημιούργησαν μια συμμαχία, η οποία έγινε γνωστή ως Δεύτερη Αθηναϊκή Συμμαχία, η οποία ανακατέλαβε όλα τα εδάφη που έχασε το 404 π.Χ.[45]

Η απελευθέρωση της Ιωνίας αποτελούσε στόχο των Ελλήνων, αλλά μετά τον Κορινθιακό Πόλεμο οι Έλληνες δεν μπορούσαν να εμποδίσουν την περσική κυριαρχία. Μετά από έναν αιώνα συγκρούσεων στην περιοχή, η Περσία κατάφερε να καταλάβει την Ιωνία, και για άλλα 50 χρόνια η Ιωνία ήταν υπό την κατοχή των Περσών, μέχρι την εποχή του Αλέξανδρου του Μέγα.

Παραπομπές

    ↑ Hornblower, "Corinthian War", 391
    ↑ Fine, The Ancient Greeks, 556–9
    ↑ Fine, The Ancient Greeks, 547
    ↑ Ξενοφών, Ελληνικά 3.2.25
    ↑ Παυσανίας, Ελλάδος περιήγησις, 3.9.2–4
    ↑ Ξενοφών, Ελληνικά 3.4.25–29
    ↑ Ο Ξενοφών (Ελληνικά, 3.5.1) πιστεύει πώς ο Τιθραύστης, και όχι ο Φαρνάβαζος, έστειλε τον Τιμοκράτη, αλλά τα Ελληνικά καταγράφουν πώς ο Φαρνάβαζος έστειλε τον Τιμοκράτη. Άλλη πηγή, η οποία αναφέρεται στο θέμα, είναι το The Ancient Greeks (σελ. 548)
    ↑ Ο Ξενοφών, στα Ελληνικά (3.5.2), ισχυρίζεται πώς η Αθήνα δεν δέχτηκε χρήματα, αλλά τα Ελληνικά της Οξυρρύγχου ισχυρίζονται το αντίθετο. Ο ιστορικός George Cawkwell, σε σημειώσεις του για τη μετάφραση του Ξενοφώντα από τον Ρεξ Βάρνερ ισχυρίζεται πώς ο Ξενοφών δεν καταγράφει πως η Αθήνα δέχτηκε χρήματα, λόγω συμπάθειας που έτρεφε για τον Θρασύβουλο (σελ. 174).
    ↑ Ξενοφών, Ελληνικά 3.5.3–5
    ↑ Fine, The Ancient Greeks, 548–9
    ↑ Ξενοφών, Ελληνικά 3.5.6–7
    ↑ Ξενοφών, Ελληνικά 3.5.17–25
    ↑ Διόδωρος Σικελιώτης, Βιβλιοθήκη 14.82.1–3
    ↑ Ξενοφών, Ελληνικά 4.2.1–8
    ↑ Για τη μάχη, βλ. Ελληνικά του Ξενοφώντος, 4.2.16–23 και τη Βιβλιοθήκη του Διόδωρου Σικελιώτη, 14.83.1–2
    ↑ Ξενοφών, Ελληνικά 3.4.27–29
    ↑ Fine, The Ancient Greeks, 546–7
    ↑ Για τη μάχη, βλ. Ελληνικά του Ξενοφώντα (4.3.15–20) και Βιβλιοθήκη του Διόδωρου Σικελιώτη, (14.84.1–2)
    ↑ Ξενοφών, Ελληνικά 4.8.7–10
    ↑ 20,0 20,1 Fine, The Ancient Greeks, 551
    ↑ Για τα γεγονότα της μάχης, βλ. Βιβλιοθήκη του Διόδωρου Σικελιώτη (14.86) ή Ελληνικά του Ξενοφώντος (4.4).
    ↑ Ξενοφών, Ελληνικά 4.8.12–15
    ↑ Fine, The Ancient Greeks, 550
    ↑ Ξενοφών, Ελληνικά 4.8.17–19
    ↑ Ξενοφών, Ελληνικά 4.8.20–22
    ↑ 26,0 26,1 Ξενοφών, Ελληνικά 4.5
    ↑ Ξενοφών, Ελληνικά (4.4.15–16), Βιβλιοθήκη του Διόδωρου Σικελιώτη (14.91.3). Βλ. επίσης Cawkwell (σελ. 212-213)
    ↑ Διόδωρος Σικελιώτης, Βιβλιοθήκη, 14.92.1
    ↑ Ξενοφών, Ελληνικά 4.4.19
    ↑ Ξενοφών, Ελληνικά 4.6
    ↑ Ξενοφών, Ελληνικά 4.7.1
    ↑ Ξενοφών, Ελληνικά 4.7
    ↑ Ξενοφών, Ελληνικά 4.8.10–11
    ↑ Ξενοφών, Ελληνικά 4.8.23–24
    ↑ Ξενοφών, Ελληνικά 4.8.25–31
    ↑ Ξενοφών, Ελληνικά 4.8.31–39
    ↑ Ξενοφών, Ελληνικά 5.1.1–7
    ↑ Ξενοφών, Ελληνικά 5.1.8–13
    ↑ Ξενοφών, Ελληνικά 5.1.13–24
    ↑ Fine, The Ancient Greeks, 554–5
    ↑ Ξενοφών, Ελληνικά 5.1.24–29
    ↑ Ξενοφών, Ελληνικά 5.1.31
    ↑ Fine, The Ancient Greeks, 556–7
    ↑ Fine, The Ancient Greeks, 557–9
    ↑ Διόδωρος Σικελιώτης 15.29

Πέμπτη 4 Οκτωβρίου 2012

Ιωνική Επανάσταση



Η Ιωνική Επανάσταση ξεκίνησε το 499 π.Χ στην Ιωνία, επεκτάθηκε στην Αιολίδα, στη Δωρίδα, στην Κύπρο, στην Καρία και έληξε το 493 π.Χ με αποφασιστική νίκη των Περσών και κατάπνιξη της εξέγερσης. Αιτία της επανάστασης ήταν το μίσος των κατοίκων των ιωνικών πόλεων εναντίον των τυράννων, τους οποίους οι Πέρσες διόριζαν κυβερνήτες. Η επανάσταση ξεκίνησε μετά την αποτυχημένη πολιορκία της Νάξου - ο Αρισταγόρας της Μιλήτου, για να γλιτώσει από την οργή του σατράπη Αρταφέρνη, κήρυξε την πόλη του δημοκρατία και έπεισε τους Ίωνες να εξεγερθούν. Από τις ελληνικές πόλεις της ηπειρωτικής Ελλάδος, μονάχα η Αθήνα και η Ερέτρια δέχθηκαν να βοηθήσουν και έστειλαν 25 τριήρεις. Οι επαναστάτες έκαψαν τις Σάρδεις, ωστόσο υπέστησαν βαριά ήττα στην Έφεσο. Για τρία χρόνια, οι Πέρσες κατέπνιγαν την εξέγερση στην Καρία και το 494 π.Χ ανασυντάχθηκαν, νίκησαν τους Ίωνες στη ναυμαχία της Λάδης - μετά την αποστασία των Σαμίων - και κατέστρεψαν την Μίλητο. Αφού οι Πέρσες υπέγραψαν ειρήνη με τους Ίωνες, ετοιμάστηκαν για να επιτεθούν και να καταστρέψουν την Αθήνα και την Ερέτρια - η Ιωνική Επανάσταση αποτέλεσε αιτία για τους μετέπειτα Ελληνοπερσικούς Πολέμους.

Πηγές

Κύρια πηγή για τους Ελληνοπερσικούς πολέμους αποτελεί ο Έλληνας ιστορικός Ηρόδοτος. Ο Ηρόδοτος, γνωστός ως «Πατέρας της Ιστορίας»,[1] γεννήθηκε το 484 π.Χ. στην Αλικαρνασσό της Μικράς Ασίας, η οποία εκείνη την περίοδο βρισκόταν υπό περσική κατοχή. Έγραψε το έργο «Ιστορίαι» γύρω στα 440-430 π.Χ, προσπαθώντας να ανακαλύψει τις πραγματικές αιτίες των Ελληνοπερσικών πολέμων,[2] οι οποίοι ολοκληρώθηκαν το 450 π.Χ.[3] Η μέθοδος του Ηρόδοτου αποτελούσε καινοτομία και σύμφωνα με μερικούς ιστορικούς, ο Ηρόδοτος έχει εφεύρει την ιστορία που ξέρουμε.[3] Κατά τον Παπαρρηγόπουλο: «Ο Ηρόδοτος είναι ο δημιουργός της αληθούς ιστορικής τέχνης...πρώτος εννόησεν ότι η ιστορία δεν είναι απλούς πραγμάτων κατάλογος, αλλά και η τεχνική των πραγμάτων τούτων συναρμολόγηση και η εξήγησις του χαρακτήρος αυτών».[4] Κατά τον Τομ Χόλλαντ: «Για πρώτη φορά, ένας ιστορικός αποφάσισε να αποκαλύψει τα αίτια ενός πολέμου, ο οποίος έληξε πρόσφατα, χωρίς να καταγράφει μύθους, αλλά αιτίες, τις οποίες θα μπορούσαμε να ελέγξουμε προσωπικά»[3]

Ο Θουκυδίδης είχε αμφισβητήσει το έργο του Ηροδότου, καθώς η προσωπική άποψη του τελευταίου εμφανιζόταν συχνά στο έργο του.[5][6] Παρ' όλ' αυτά, ο Θουκυδίδης αποφάσισε να ξεκινήσει το έργο του εκεί όπου ο Ηρόδοτος σταμάτησε (στην πολιορκία της Σηστού) αλλά σταμάτησε την προσπάθεια, επειδή πίστευε ότι το έργο του Ηροδότου δεν χρειαζόταν επανεγγραφή ή διορθώσεις, γιατί ήταν ακριβές.[6] Η αξιοπιστία του Ηροδότου έχει αμφισβητηθεί και από άλλους ιστορικούς. Ο Παυσανίας, στα Φωκικά, αναφέρεται στην περιγραφή του Ηροδότου για τη μάχη των Θερμοπυλών, όπου ο δεύτερος καταγράφει ότι οι Θηβαίοι παραδόθηκαν, όπως και 80 Μυκηναίοι.[7] Ο Πλούταρχος, στο έργο Περί της Ηροδότου κακοήθειας (αν όντως το έγραψε αυτός), κατηγορεί τον Ηρόδοτο επειδή ο τελευταίος ζήτησε χρήματα από τους Θηβαίους, και επειδή δεν τα έλαβε, έγραψε ότι οι Θηβαίοι δείλιασαν και παραδόθηκαν.[8] Οπωσδήποτε οι κατηγορίες που εκτοξεύει το σύγγραμμα αυτό κατά του Ηρόδοτου κάθε άλλο παρά σοβαρές είναι.[9] Την περίοδο της Αναγέννησης, παρά το γεγονός ότι οι άνθρωποι συνέχιζαν να διαβάζουν το έργο του Ηροδότου, ο ιστορικός είχε κακή φήμη.[10] Παρ' όλ' αυτά, τα αρχαιολογικά ευρήματα επιβεβαίωσαν τα γραφόμενα του Ηροδότου και αποκατέστησαν τη φήμη και την αξιοπιστία του, ειδικά ως προς τα γεγονότα που εξέτασε αυτοπροσώπως.[11][12] Οι σύγχρονοι ιστορικοί θεωρούν το έργο του αξιόπιστο, αλλά έχουν αμφιβολίες για τους αριθμούς των νεκρών και τις ημερομηνίες των μαχών.[12][13]

Υπόβαθρο

Μετά την κατάρρευση του μυκηναϊκού πολιτισμού, οι Έλληνες μετακόμισαν στη Μικρά Ασία,[14][15] χωρισμένοι σε τρεις φυλές: τους Ίωνες, τους Αιολείς και τους Δωριείς.[14] Οι Ίωνες εγκαταστάθηκαν στα παράλια της Μικράς Ασίας, όπου έχτισαν 12 πόλεις (Μίλητος, Μυούς, Πριήνη, Έφεσος, Κολοφώνα, Λέβεδος, Τέω, Κλαζομενές, Φώκαια, Ερυθραί, Σάμος και Χίος).[14] Αν και οι ιωνικές πόλεις ήταν ανεξάρτητες, συμμετείχαν όλες στο Πανιώνιο.[16][17] Η ανεξαρτησία των ιωνικών πόλεων έληξε μετά την επίθεση των Λυδών, οι οποίοι έδωσαν αυτονομία στη Μίλητο, αλλά υποχρέωσαν τους Ίωνες να τους ακολουθούν στις εκστρατείες.[18] Παράλληλα, οι Λυδοί βρίσκονταν σε πόλεμο με τους Μήδους, αλλά υπέγραψαν ειρήνη, ορίζοντας τον Άλυ ποταμό ως σύνορο των βασιλείων τους.[19] Την ηγεσία των Λυδών ανέλαβε ο Κροίσος, ο οποίος σκόπευε να καταλάβει όλες τις ελληνικές περιοχές στη Μ. Ασία - την ηγεσία των Περσών ανέλαβε ο Κύρος, ο οποίος επέκτεινε το βασίλειο του.[20] Ο Κροίσος έβλεπε την ευκαιρία να επεκταθεί χάρη στο χάος που επικρατούσε στην Περσία. Ο Ηρόδοτος αναφέρει ότι προτού επιτεθεί, ο Κροίσος επισκέφθηκε την Πυθία, η οποία του είπε ότι αν περάσει τα σύνορα θα καταστρέψει μια μεγάλη αυτοκρατορία (εννοώντας τη Λυδία). Ο Κροίσος, ο οποίος δεν κατάλαβε το νόημα της προφητείας, επιτέθηκε στους Πέρσες, αλλά νικήθηκε και αιχμαλωτίστηκε.[21]

Ο Κύρος ζήτησε την βοήθεια των Ιώνων όταν πολεμούσε τους Λυδούς, αλλά οι Ίωνες αρνήθηκαν να βοηθήσουν.[22] Όταν, όμως, ο Κύρος κατέλαβε τους Λυδούς, οι Ίωνες προθυμοποιήθηκαν να γίνουν υποτελείς των Περσών και να ζουν όπως οι Λυδοί. Ο Κύρος αρνήθηκε, λέγοντας ότι οι Ίωνες δεν τον είχαν βοηθήσει. Διέταξε τον Άρπαγο να επιτεθεί στην Ιωνία.[23] Ο Άρπαγος επιτέθηκε στη Φώκαια, αλλά οι κάτοικοι της πόλης μετακόμισαν στη Σικελία[24] - το παράδειγμα τους ακολούθησαν και οι κάτοικοι της Τέως. Οι υπόλοιποι Ίωνες, οι οποίοι έμειναν στις πόλεις τους, υποδουλώθηκαν.[25] Οι Πέρσες τοποθέτησαν στην ηγεσία των ιωνικών πόλεων διάφορους τυράννους, με τους οποίους οι Ίωνες δεν είχαν καλές σχέσεις.

Μετά από σαράντα χρόνια, οι Πέρσες είχαν διορίσει τον Αρισταγόρα τύρρανο της Μιλήτου. Ο Αρισταγόρας αντικατέστησε τον θείο του, Ιστιαίο, ο οποίος έμεινε στα Σούσα ως σύμβουλος του Δαρείου. Το 500 π.Χ, υποδέχθηκε μερικούς εξόριστους αριστοκράτες από τη Νάξο, οι οποίοι τον έπεισαν να τους βοηθήσει να αναλάβουν ξανά την ηγεσία στο νησί.[26] Μετέπειτα, ο Αρισταγόρας έπεισε τον σατράπη της Λυδίας, Αρταφέρνη, να τον βοηθήσει και υποσχέθηκε να μοιραστούν την εξουσία στη Νάξο.[27] Ο Αρταφέρνης δέχθηκε και, αφού έπεισε τον Δαρείο, ετοίμασε στρατό για να επιτεθεί το επόμενο έτος.[28]
Πολιορκία της Νάξου (499 π.Χ)

    Κύριο λήμμα: Πολιορκία της Νάξου (499 π.Χ.)

Την άνοιξη του 499 π.Χ, ο Αρταφέρνης είχε ολοκληρώσει τις προετοιμασίες του στρατού και διόρισε τον Μεγαβάτη αρχηγό του στρατού.[28] Ο Μεγαβάτης κινήθηκε στη Μίλητο με πλοία και ενώθηκε με τα ιωνικά σώματα, αρχηγός των οποίων ήταν ο Αρισταγόρας.[29] Οι Πέρσες πολιόρκησαν το νησί για 4 μήνες, αλλά απέτυχαν να το καταλάβουν.[30] Επιπλέον, ο Αρισταγόρας και ο Μεγαβάτης είχαν πολλές διαφωνίες - ο Ηρόδοτος δηλώνει ότι ο Μεγαβάτης ενημέρωσε τους Ναξιώτες για την περσική επίθεση,[29] αν και είναι πιθανό ότι ο Αρισταγόρας επινόησε αυτή την ιστορία για να δικαιολογήσει την ήττα του.[31]
Αρχή της Ιωνικής Επανάστασης (499 π.Χ)

Εξαιτίας της ήττας στη Νάξο, ο Αρισταγόρας βρέθηκε σε εξαιρετικά δύσκολη θέση. Κατάλαβε ότι οι Πέρσες θα τον τιμωρούσαν επειδή δεν μπορούσε να πληρώσει τα χρήματα που χρωστούσε στον Αρταφέρνη και δεν κατάφερε να καταλάβει την πόλη, γι' αυτό και έπεισε τους κατοίκους της πόλης του να εξεγερθούν κατά των Περσών.[32] Ο Αρισταγόρας συγκάλεσε συμβούλιο με τους διανοούμενους του και όλοι, πλην του Εκαταίου της Μιλήσιου, συμφώνησαν να εξεγερθούν.[33] Ο Αρισταγόρας παραιτήθηκε από τύραννος και κήρυξε την πόλη του δημοκρατία.[34] Συγκέντρωσε όλους τους Έλληνες που συμμετείχαν στην πολιορκία της Νάξου, συνέλαβε τους τυράννους και τους έστειλε στις πόλεις τους, με σκοπό να κερδίσει τη στήριξη τους - αρκετοί απ' αυτούς εκτελέστηκαν ή εξορίστηκαν.[35]

Τότε, ο Αρισταγόρας ζήτησε τη βοήθεια των πόλεων της ηπειρωτικής Ελλάδος για ν' αντιμετωπίσει τους Πέρσες.[35][36] Απέτυχε να πείσει τους Σπαρτιάτες να πολεμήσουν στο πλευρό του, γι' αυτό και πήγε στην Αθήνα.[36] Η Αθήνα συμμετείχε στην επανάσταση των Ιώνων μετά από μεγάλη πολιτική ταραχή. Το 510 π.Χ, οι Αθηναίοι με τη βοήθεια του βασιλιά Κλεομένη έδιωξαν τον τύρρανο Ιππία,[37] ο οποίος ζήτησε τη βοήθεια του Πέρση σατράπη Αρταφέρνη, αφού του υποσχέθηκε να δώσει την Αθήνα στους Πέρσες.[38] Παράλληλα, ο Κλεομένης προσπάθησε να προωθήσει τον Ισαγόρα στην εξουσία της Αθήνας έναντι του Κλεισθένη, ο οποίος πρότεινε την εγκαθίδρυση της δημοκρατίας - αυτή η πρόταση είχε ως αποτέλεσμα την εξορία του Κλεισθένη και της οικογένειας του. Ο Κλεομένης προσπάθησε με τη βία να προωθήσει τον Ισαγόρα στην εξουσία. Τότε, οι Αθηναίοι ζήτησαν τη βοήθεια του Αρταφέρνη, ο οποίος τελικά ζήτησε την υποταγή της Αθήνας στους Πέρσες. Οι Αθηναίοι πρεσβευτές συμφώνησαν, αν και καταδικάστηκαν γι' αυτό. Μετά από αποτυχημένη προσπάθεια να επανέλθει στην εξουσία της Αθήνας, ο Ιππίας προσπάθησε να πείσει τους Πέρσες να επιτεθούν στην Αθήνα.[38] Όταν ο Αρταφέρνης πρότεινε ξανά στους Αθηναίους να επαναφέρουν τον Ιππία στην εξουσία, οι τελευταίοι κήρυξαν τον πόλεμο στην Περσία. Κατά τον Ηρόδοτο, οι Ερετριείς υποστήριξαν την εξέγερση επειδή οι Μιλήσιοι τους είχαν βοηθήσει σε ένα πόλεμο με τη Χαλκίδα.[39]
Ιωνική επίθεση (498 π.Χ)

Ο Αρισταγόρας προσπαθούσε να προωθήσει την εξέγερση, γι' αυτό και έπεισε τους Παίονες, οι οποίοι ζούσαν στη Φρυγία, να επιστρέψουν στη Θράκη - μ' αυτό τον τρόπο προσπαθούσε να προκαλέσει την οργή της ανώτατης διοίκησης των Περσών.[40]

Σάρδεις

Στις αρχές του 498 π.Χ, οι Αθηναίοι και οι Ερετριείς έφθασαν στην Ιωνία[41] και ενώθηκαν με τους Ίωνες στην Έφεσο.[39] Ο Αρισταγόρας διέταξε τον Χαροπίνο και τον Ερμόφαντο να αναλάβουν την αρχηγία του ιωνικού στρατού.[39] Ο ιωνικός στρατός έφθασε στις Σάρδεις, πρωτεύουσα της σατραπείας του Αρταφέρνη, χάρη στη βοήθεια των κατοίκων της Εφέσου. Οι Ίωνες κατέστρεψαν την πόλη και την έκαψαν, αλλά υπέστησαν βαριές απώλειες και αναγκάστηκαν να επιστρέψουν στην Έφεσο.[42] Όταν ο Δαρείος έμαθε για τον εμπρησμό των Σαρδέων, ορκίστηκε εκδίκηση και ζήτησε από ένα δούλο του να του θυμίζει κάθε μέρα τον όρκο με τα λόγια δέσποτα, μέμνεο τῶν Ἀθηναίων (δέσποτα, να θυμάσαι τους Αθηναίους).[43]
Μάχη της Εφέσου

Οι Πέρσες συγκέντρωσαν στρατό για να βοηθήσουν τον Αρταφέρνη.[44] Όταν έμαθαν ότι οι Έλληνες υποχώρησαν, ακολούθησαν τα ίχνη τους και έφθασαν στην Έφεσο,[44] αναγκάζοντας τους Έλληνες σε μάχη.[44] Σ' αυτή τη μάχη σκοτώθηκαν πολλοί Έλληνες, εξαιτίας της κούρασης και του ισχυρού περσικού ιππικού.[44] Μετά τη μάχη αυτή, οι Ίωνες επέστρεψαν στις πόλεις τους και οι Αθηναίοι με τους Ερετριείς στην Ελλάδα.[41][44]
Εξάπλωση της επανάστασης

Οι Αθηναίοι έλυσαν τη συμμαχία τους με τους Ίωνες, καθώς οι τελευταίοι τους είχαν δώσει λάθος πληροφορίες για την περσική δύναμη.[45] Παρ' ολ' αυτά, η επανάσταση εξαπλώθηκε στην Καρία και στην Κύπρο, ενώ οι Ίωνες κατέλαβαν το Βυζάντιο και άλλες γειτονικές πόλεις.[45][46]

Περσική αντεπίθεση (497-495 π.Χ)

Μετά, ο Ηρόδοτος αναφέρει ότι η Κύπρος ήταν ελεύθερη για ένα έτος, δηλ. μέχρι τις μάχες του 497 π.Χ.[47] και αργότερα αναφέρει τα πάρακάτω:

    Ο Δαυρίσης, ο οποίος έχει τη θυγατέρα του Δαρείου (ως σύζυγο του), και ο Υμαίης και ο Οτάνης και άλλοι Πέρσες στρατηγοί, έχοντας και αυτοί θυγατέρες του Δαρείου, αφού αιχμαλώτισαν τους Ίωνες που εκστράτευσαν στις Σάρδεις, επεκράτησαν στη μάχη και επόρθησαν τις πόλεις.[47]

Το απόσπασμα αναφέρει ότι οι Πέρσες αντεπιτέθηκαν μετά τη μάχη της Εφέσου, ωστόσο, οι πόλεις, οι οποίες - κατά τον Ηρόδοτο - κατακτήθηκαν από τον Δαυρίση βρίσκονται στον Ελλήσποντο[48] και συμμετείχαν στην εξέγερση μετά την μάχη της Εφέσου - άρα, οι Πέρσες στρατηγοί αντεπιτέθηκαν το 497 π.Χ, με τους ιστορικούς να χρονολογούν τις επιθέσεις στον Ελλήσποντο και στην Καρία το ίδιο έτος.[49]

Κύπρος

Όλα τα βασίλεια της Κύπρου εξεγέρθηκαν εκτός η Αμαθούντα. Αρχηγός της εξέγερσης στην Κύπρο ήταν ο Ονήσιλος. Ο Γόργος, αδερφός του Ονήσιλου και βασιλιάς της Σαλαμίνας, αρνήθηκε να επαναστατήσει, γι' αυτό και εκθρονίστηκε από τον αδερφό του. Ο Γόργος πήρε το μέρος των Περσών, ενώ ο Ονήσιλος έπεισε όλους τους Κύπριους, πλην τους Αμαθούσιους, να εξεγερθούν - ο Ονήσιλος πολιόρκησε την Αμαθούντα για να πείσει τους κατοίκους της να συμμετέχουν στην εξέγερση.[46] Το 497 π.Χ, ενώ ο Ονήσιλος πολιορκούσε την Αμαθούντα, έγινε γνωστό ότι οι Πέρσες, υπό την ηγεσία του Αρτύβιου, έφθασαν στην Κύπρο χάρη στους Φοίνικες - γι' αυτό και ο Ονήσιλος ζήτησε βοήθεια από τους Ίωνες, οι οποίοι έστειλαν πολλές ενισχύσεις[50] και διέλυσαν σε ναυμαχία τους Φοίνικες.[51] Οι Κύπριοι είχαν αρχικά την υπεροχή και είχαν σκοτώσει τον αρχηγό των Περσών, αλλά η Σαλαμίνα και οι Σόλοι πήραν το μέρος των Περσών και ο Ονήσιλος πέθανε κατά τη διάρκεια της μάχης. Οι Πέρσες κατέπνιξαν την κυπριακή εξέγερση και οι Ίωνες επέστρεψαν στις πόλεις τους.[52]

Ελλήσποντος και Προποντίδα

Οι Πέρσες ανασυντάχθηκαν το 497 π.Χ και οι στρατηγοί Δαυρίσης, Υμαίης και Οτάνης ανέλαβαν την ηγεσία του στρατού, αφού πρώτα συμφώνησαν ποιες πόλεις θα πολιορκούσαν.[47][49] Ο Δαυρίσης κατευθύνθηκε στον Ελλήσποντο και κατέλαβε την Δάρδανο, την Άβυδο, την Περκώτη, την Λάμψακο και την Παίσο.[48] Αργότερα, κατέπνιξε την εξέγερση στην Καρία.[48][49] Ο Υμαίης κατεύθυνθηκε στην Προποντίδα και κατέλαβε την Κίο. Αργότερα, κατευθύνθηκε στον Ελλήσποντο και κατέλαβε πολλές αιολικές πόλεις και την Τρωάδα, αλλά αρρώστηκε και πέθανε.[53] Παράλληλα, ο Οτάνης και ο Αρταφέρνης επιτέθηκαν στην Ιωνία.[54]

Καρία

Μάχη του Μαρσύη

Ο Δαυρίσης, όταν έμαθε ότι οι κάτοικοι της Καρίας εξεγέρθηκαν, κινήθηκε νότια για να καταπνίξει την τοπική εξέγερση. Οι Κάρες συγκεντρώθηκαν στον ποταμό Μαρσύη[55] και ο Πιξωδάρος τους πρότεινε να περάσουν τον ποταμό για να αποτρέψει την υποχώρηση - σχέδιο, με το οποίο οι Κάρες δεν συμφώνησαν. Η μάχη, κατά τον Ηρόδοτο, είχε διαρκέσει πολλές ώρες, αλλά οι Πέρσες νίκησαν, έχοντας πέντε φορές λιγότερες απώλειες.[56]
Μάχη στα Λάβραυνδα

Όσοι επέζησαν τη μάχη του Μαρσύη υποχώρησαν στα Λάβραυνδα για να αποφασίσουν αν έπρεπε να παραδοθούν ή όχι.[56] Κατά τη διάρκεια της συζήτησης, οι Κάρες δέχθηκαν ενισχύσεις από τη Μίλητο και αποφάσισαν να φύγουν. Ωστόσο, οι Πέρσες επιτέθηκαν και οι Κάρες με τους Μιλήσιους υπέστησαν βαριές απώλειες.[54]
Μάχη στην Πηδάσο

Ο Δαυρίσης άρχισε να πολιορκεί τα οχυρά των Κάρων, γι' αυτό και οι τελευταίοι του έστησαν παγίδα στην Πηδάσο.[57] Δεν υπάρχει συγκεκριμένη ημερομηνία για τη μάχη - μερικοί αναφέρουν ότι έγινε λίγο πιο μετά από τη μάχη στα Λάβραυνδα, ενώ άλλοι δηλώνουν ότι η μάχη έγινε το επόμενο έτος, το 496 π.Χ.[49] Οι Πέρσες έπεσαν στην παγίδα και έχασαν πολλούς άνδρες - στη μάχη σκοτώθηκαν ο Δαυρίσης και άλλοι διοικητές.[57]

Ιωνία

Ο Οτάνης και ο Αρταφέρνης επιτέθηκαν στην Ιωνία και στην Αιολίδα.[54] Οι Πέρσες ανάκτησαν τις Κλαζομενές και την Κύμη, ίσως το 496 π.Χ, αν και ήταν λιγότεροι ενεργοί τα επόμενα δύο έτη λόγω της αποτυχίας στην Καρία.[49] Παράλληλα, ο Αρισταγόρας έφυγε από την Μίλητο και πήγε στη Θράκη, αφήνοντας τη θέση του αρχηγού της εξέγερσης.[58] Στη Θράκη, ο Αρισταγόρας έλαβε την ηγεσία της Μύρκινου και συμμετείχε σε συγκρούσεις με τον πληθυσμό της Θράκης.[58] Κατά τη διάρκεια της εκστρατείας, ωστόσο, σκοτώθηκε, είτε το 497 π.Χ είτε το 496 π.Χ.[59] Οι σύγχρονοι ιστορικοί θεωρούν ότι ο θάνατος του Αρισταγόρα, ο οποίος ήταν ο μοναδικός που αναλάβει την ηγεσία της εξέγερσης, προκάλεσε την τελική ήττα των Ιώνων.[41][49]

Ο Ιστιαίος αφέθηκε ελεύθερος από τον Δαρείο και πήγε στην Ιωνία, αφού πρώτα έπεισε τον Δαρείο ότι θα σταματήσει την επανάσταση - ο Ηρόδοτος, ωστόσο, θεωρεί ότι πραγματικός σκοπός του Ιστιαίου ήταν η αποφυγή της ισόβιας αιχμαλωσίας.[60] Όταν ο Ιστιαίος έφθασε στις Σάρδεις, ο Αρταφέρνης τον κατηγόρησε ευθέως για συνεργασία με τον Αρισταγόρα.[61] Μετά, ο Ιστιαίος έπλευσε για τη Χίο και μετά βάδισε για τη Μίλητο.[62] Αφού έφτασε στη Λέσβο, έπεισε τους κάτοικους του νησιού να του δώσουν οκτώ τριήρεις, με τις οποίες έφτασε στο Βυζάντιο - αργότερα, όμως, οι Λέσβιοι αρνήθηκαν να διασχίσουν τον Βόσπορο.[62]

Λήξη της επανάστασης (494-493 π.Χ)

Ναυμαχία της Λάδης

Το έκτο έτος των συγκρούσεων (494 π.Χ), οι Πέρσες ανασυντάσσονται και ανακαταλαμβάνουν την Κύπρο, την Αίγυπτο, την Κιλικία και τη Φοινίκη, ενώ μετά βαδίζουν κατά της Μιλήτου - αρχηγός της εκστρατείας θεωρείται ο Δάτης.[63] Όταν οι Ίωνες έμαθαν τα νέα, συγκεντρώθηκαν στο Πανιώνιο και αποφάσισαν να πολεμήσουν στη θάλασσα, αφήνοντας την άμυνα της πόλης στους κατοίκους της.[63] Οι Ίωνες ενώθηκαν με τους Αιολείς από τη Λέσβο και είχαν συνολικά 353 τριήρεις.[64] Οι Πέρσες, φοβούμενοι την ήττα απ' τον ιωνικό στόλο και τη μετέπειτα οργή του Δαρείου, έστειλαν πρώην Ίωνες τυράννους στο ιωνικό στρατόπεδο.[65] Αυτή η προσπάθεια απέτυχε,[66] αλλά μια εβδομάδα πριν τη μάχη υπήρξαν διαφωνίες στο ιωνικό στρατόπεδο.[67] Οι Σάμιοι συμφώνησαν μυστικά να παραδοθούν στους Πέρσες, αλλά έμειναν για αρκετό καιρό με τους Ίωνες.[68]

Ο περσικός στόλος αποφάσισε να επιτεθεί και όταν έφθασε σε μικρή απόσταση από τον ιωνικό στόλο, οι Σάμιοι έφυγαν από το πεδίο της ναυμαχίας - το παράδειγμα τους ακολούθησαν και οι Λέσβιοι.[69] Τα πλοία από τη Χίο έμειναν στο πεδίο της μάχης και τα πληρώματα τους πολέμησαν γενναία, καταστρέφοντας πολλά περσικά πλοία. Ωστόσο, η φυγή πολλών Ιώνων από το πεδίο της μάχης και οι τεράστιες απώλειες των Χιώτων είχαν ως αποτέλεσμα τη νίκη του περσικού στόλου.[70][71]

Πτώση της Μιλήτου

Ουσιαστικά, η επανάσταση έληξε μετά τη ναυμαχία της Λάδης. Οι Πέρσες κατέλαβαν τη Μίλητο, σκότωσαν τους περισσότερους άνδρες και υποδούλωσαν τα γυναικόπαιδα.[72] Αυτό επιβεβαιώνουν και αρχαιολογικές ανασκαφές, οι οποίες βρήκαν πολλά σημάδια της καταστροφής αυτής - η πόλη δεν κατάφερε ποτέ να ανακτήσει το μεγαλείο της.[31][49] Η Μίλητος, όπως δηλώνει ο Ηρόδοτος, έμεινε χωρίς Μιλήσιους[73] - οι Πέρσες έχτισαν δικά τους κτίρια και παρέδωσαν την υπόλοιπη πόλη στους Κάρες από την Πηδάσο.[74] Όσοι Μιλήσιοι αιχμαλωτίστηκαν στάλθηκαν στα Σούσα και μετά μεταφέρθηκαν στις ακτές του Περσικού Κόλπου, κοντά στον ποταμό Τίγρη. Οι κάτοικοι της Σάμου, συγκλονισμένοι από την προδοσία των στρατηγών τους στη Λάδη, δέχθηκαν την πρόταση των κατοίκων της Ζάγκλης να εγκατασταθούν στις ακτές της Σικελίας, μαζί με όσους Μιλήσιους γλίτωσαν από τους Πέρσες.[73] Η Σάμος γλίτωσε την καταστροφή χάρη στις πράξεις των στρατηγών της στη Λάδη.[75]

Εκστρατείες του Ιστιαίου (493 π.Χ)

Χίος

Ο Ιστιαίος, όταν έμαθε για την καταστροφή της Μιλήτου, έπλευσε στη Χίο και κατέστρεψε τα απομεινάρια του χιακού στόλου επειδή οι Χιώτες αρνήθηκαν να τον υποδεχθούν.[76]

Μάχη της Μαλήνης

Ο Ιστιαίος, αφού συγκέντρωσε μεγάλο στρατό από Αιολείς και Ίωνες, επιτέθηκε στη Θάσο, αλλά υποχώρησε και επέστρεψε στη Λέσβο, όταν έμαθε ότι οι Πέρσες ετοίμαζαν επίθεση στην υπόλοιπη Ιωνία.[77] Οι Πέρσες και οι Ίωνες συναντήθηκαν στη Μαλήνη, όπου διεξήχθη σκληρή μάχη. Ωστόσο, λόγω της υπεροχής του περσικού ιππικού έναντι του ιωνικού πεζικού, η μάχη έληξε με νίκη των Περσών.[78] Αν και ο Ιστιαίος παραδόθηκε στους Πέρσες, ο Αρταφέρνης τον αποκεφάλισε και έστειλε το κεφάλι του στον Δαρείο.[79]

Τελευταίες επιχειρήσεις (493 π.Χ)

Το 493 π.Χ, οι Πέρσες κατέλαβαν τη Χίο, τη Λέσβο και την Τένεδο, αφού σκότωσαν και πολλούς φυγάδες.[80] Οι πόλεις της Ιωνίας τιμωρήθηκαν αυστηρά, όχι όμως όπως η Μίλητος - οι Πέρσες ευνούχισαν τα πιο δυνατά αγόρια, έστειλαν τα πιο όμορφα κορίτσια στο χαρέμι του βασιλικού ανακτόρου και έκαψαν τους ναούς της κάθες πόλης.[81] Ωστόσο, οι πόλεις κατάφεραν να αποκατασταθούν και είχαν βοηθήσει με πλοία τους Πέρσες κατά τη δεύτερη περσική εισβολή στην Ελλάδα.[31][82] Ο περσικός στρατός κατέλαβε την ασιατική πλευρά της Προποντίδας και ο στόλος την ευρωπαϊκή ακτή του Ελλήσποντο, βάζοντας τέλος στην Ιωνική Επανάσταση.[83]

Αποτελέσματα

Μετά την ανάκτηση των ιωνικών πόλεων, οι Πέρσες άρχισαν τις διαπραγματεύσεις για συμβιβασμό.[84] Ο Αρταφέρνης κάλεσε αντιπροσώπους από κάθε ιωνική πόλη και τους ανακοίνωσε ότι οι διαφορές τους θα λύνονταν με βοήθεια δικαστών και όρισε το επίπεδο φορολογίας ανάλογα με το μέγεθος της πόλης.[49][85] Ο γαμπρός του Δαρείου, Μαρδόνιος, έφθασε στην Ιωνία και κατάργησε τους τύραννους.[86] Ο Δαρείος επέτρεψε στους Πέρσες να συμμετέχουν στις ελληνικές γιορτές, ειδικά σ' αυτές που τιμούσαν τον Απόλλωνα.[86] Χάρη στην ειρήνη αυτή, ο Δαρείος ζήτησε την υποταγή των Ελλήνων - μονάχα η Αθήνα και η Σπάρτη αρνήθηκαν.[87] Η πρώτη εκστρατεία, η οποία διεξήχθη το 492 π.Χ, είχε ως αποτέλεσμα την κατάληψη της Θράκης και της Μακεδονίας από τον Μαρδόνιο, ωστόσο ο περσικός στόλος καταστράφηκε στο Όρος Άθως μετά από θαλασσοταραχή. Η δεύτερη επίθεση διεξήχθη δύο χρόνια αργότερα, με διοικητές τον Δάτη και τον Αρταφέρνη και είχε ως αποτέλεσμα την κατάληψη της Νάξου, των Κυκλάδων και τον εμπρησμό της Ερέτριας. Ωστόσο, οι Αθηναίοι πέτυχαν αποφασιστική νίκη στον Μαραθώνα και έδιωξαν τους Πέρσες απ' την Ελλάδα.[88]

Παραπομπές

    ↑ Κικέρων, Περί νόμων I, 5
    ↑ Ηρόδοτος, Κλειώ (εισαγωγή)
    ↑ 3,0 3,1 3,2 Holland, σ. xvi–xvii.
    ↑ Παπαρρηγόπουλος, Βιβλίον Γ΄, κεφ. Γ΄, παράγρ. Α΄)
    ↑ Ηροδότου Ιστορίαι - Κλασική εποχή
    ↑ 6,0 6,1 Finley, σ. 15.
    ↑ Παυσανίας, Φωκικά, ΧΧ, 2
    ↑ Περί της Ηροδότου κακοηθείας. σελ. 29-32.
    ↑ Παπαρρηγόπουλος, ο.π.
    ↑ David Pipes. Herodotus: Father of History, Father of Lies. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις January 27, 2008. Ανακτήθηκε την 2008-01-18.
    ↑ Ντυράν, Β΄438, Παπαρρηγόπουλος ο.π.
    ↑ 12,0 12,1 Holland, σ. 377.
    ↑ Fehling, σ. 1–277.
    ↑ 14,0 14,1 14,2 Ηρόδοτος, Κλειώ 142-151
    ↑ Θουκυδίδης, Α.12
    ↑ Ηρόδοτος, Κλειώ 143
    ↑ Ηρόδοτος, Κλειώ 148
    ↑ Ηρόδοτος, Κλειώ 22
    ↑ Ηρόδοτος, Κλειώ 74
    ↑ Ηρόδοτος, Κλειώ 126
    ↑ Ηρόδοτος, Κλειώ 55
    ↑ Ηρόδοτος, Κλειώ 141
    ↑ Ηρόδοτος, Κλειώ 163
    ↑ Ηρόδοτος, Κλειώ 164
    ↑ Ηρόδοτος, Κλειώ 169
    ↑ Ηρόδοτος, Τερψιχόρη 30
    ↑ Ηρόδοτος, Τερψιχόρη 31
    ↑ 28,0 28,1 Ηρόδοτος, Τερψιχόρη 32
    ↑ 29,0 29,1 Ηρόδοτος, Τερψιχόρη 33
    ↑ Ηρόδοτος, Τερψιχόρη 34
    ↑ 31,0 31,1 31,2 Fine, pp. 269–277
    ↑ Ηρόδοτος, Τερψιχόρη 35
    ↑ Ηρόδοτος, Τερψιχόρη 36
    ↑ Ηρόδοτος, Τερψιχόρη 37
    ↑ 35,0 35,1 Ηρόδοτος, Τερψιχόρη 38
    ↑ 36,0 36,1 Holland, pp. 157–159.
    ↑ Ηρόδοτος, Τερψιχόρη 65
    ↑ 38,0 38,1 Ηρόδοτος, Τερψιχόρη 96
    ↑ 39,0 39,1 39,2 Ηρόδοτος, Τερψιχόρη 99
    ↑ Ηρόδοτος, Τερψιχόρη 98
    ↑ 41,0 41,1 41,2 Holland, pp. 160–162.
    ↑ Ηρόδοτος, Τερψιχόρη 101
    ↑ Ηρόδοτος, Τερψιχόρη 105
    ↑ 44,0 44,1 44,2 44,3 44,4 Ηρόδοτος, Τερψιχόρη 102
    ↑ 45,0 45,1 Ηρόδοτος, Τερψιχόρη 103
    ↑ 46,0 46,1 Ηρόδοτος, Τερψιχόρη 104
    ↑ 47,0 47,1 47,2 Ηρόδοτος, Τερψιχόρη 116
    ↑ 48,0 48,1 48,2 Ηρόδοτος, Τερψιχόρη 117
    ↑ 49,0 49,1 49,2 49,3 49,4 49,5 49,6 49,7 Boardman et al, pp. 481–490.
    ↑ Ηρόδοτος, Τερψιχόρη 108
    ↑ Ηρόδοτος, Τερψιχόρη 109
    ↑ Ηρόδοτος, Τερψιχόρη 113
    ↑ Ηρόδοτος, Τερψιχόρη 122
    ↑ 54,0 54,1 54,2 Ηρόδοτος, Τερψιχόρη 123
    ↑ Ηρόδοτος, Τερψιχόρη 118
    ↑ 56,0 56,1 Ηρόδοτος, Τερψιχόρη 119
    ↑ 57,0 57,1 Ηρόδοτος, Τερψιχόρη 121
    ↑ 58,0 58,1 Ηρόδοτος, Τερψιχόρη 124
    ↑ Θουκυδίδης, Δ.102
    ↑ Ηρόδοτος, Τερψιχόρη 106-107
    ↑ Ηρόδοτος, Ερατώ 1
    ↑ 62,0 62,1 Ηρόδοτος, Ερατώ 5
    ↑ 63,0 63,1 Ηρόδοτος, Ερατώ 6
    ↑ Ηρόδοτος, Ερατώ 8
    ↑ Ηρόδοτος, Ερατώ 9
    ↑ Ηρόδοτος, Ερατώ 10
    ↑ Ηρόδοτος, Ερατώ 12
    ↑ Ηρόδοτος, Ερατώ 13
    ↑ Ηρόδοτος, Ερατώ 14
    ↑ Ηρόδοτος, Ερατώ 15
    ↑ Ηρόδοτος, Ερατώ 16
    ↑ Ηρόδοτος, Ερατώ 19
    ↑ 73,0 73,1 Ηρόδοτος, Ερατώ 22
    ↑ Ηρόδοτος, Ερατώ 20
    ↑ Ηρόδοτος, Ερατώ 25
    ↑ Ηρόδοτος, Ερατώ 26
    ↑ Ηρόδοτος, Ερατώ 28
    ↑ Ηρόδοτος, Ερατώ 29
    ↑ Ηρόδοτος, Ερατώ 30
    ↑ Ηρόδοτος, Ερατώ 31
    ↑ Ηρόδοτος, Ερατώ 32
    ↑ Ηρόδοτος, Πολύμνια 94
    ↑ Ηρόδοτος, Ερατώ 33
    ↑ Holland, pp. 175–177.
    ↑ Ηρόδοτος, Ερατώ 42
    ↑ 86,0 86,1 Ηρόδοτος, Ερατώ 43
    ↑ Ηρόδοτος, Ερατώ 49
    ↑ Ηρόδοτος, Ερατώ 94-116


Αρχαίες πηγές

    Ηρόδοτος, Ιστορίαι
    Θουκυδίδης, Ιστορία του Πελοποννησιακού Πολέμου
    Διόδωρος Σικελιώτης, Βιβλιοθήκη Ιστορική

Σύγχρονες πηγές

    Boardman J, Bury JB, Cook SA, Adcock FA, Hammond NGL, Charlesworth MP, Lewis DM, Baynes NH, Ostwald M & Seltman CT (1988). The Cambridge Ancient History, vol. 5. Cambridge University Press. ISBN 0521228042.
    Fehling, D. (1989). Herodotus and His "Sources": Citation, Invention, and Narrative Art (Translated by J.G. Howie). Francis Cairns.
    Fine, JVA (1983). The Ancient Greeks: A Critical History. Harvard University Press. ISBN 0674033140.
    Finley, Moses (1972). Introduction. Thucydides – History of the Peloponnesian War (translated by Rex Warner). Penguin. ISBN 0140440399.
    Holland, Tom (2006). Persian Fire: The First World Empire and the Battle for the West. Doubleday. ISBN 0385513119.
    Lazenby, JF (1993). The Defence of Greece 490–479 BC. Aris & Phillips Ltd.. ISBN 0856685917.